Σελίδες

Ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Κορυτσάς κυρός Φώτιος. (1865-1906). (Οικουμενικό Πατριαρχείο).

Ο Φώτιος Καλπίδης γεννήθηκε στο χωριό Τσαγράκι (Çakrak) της Επαρχίας Αλουτζεράς της Κερασούντος το 1865. Αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης το 1889 έχοντας ήδη χειροτονηθεί Διάκονος και αφού υπέβαλε διατριβή με τίτλο "Ότι αληθώς ανέστη ο Κύριος ημών". Υπηρέτησε ως Διευθυντής της Σχολής Αρένων Κερασούντος (1890-1891), ως Βοηθός στο γραφείο Πρωτοκόλλου της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου (1891-Ιούνιος 1893), ως Υπογραμματεύς (Ιούνιος 1893-1897) και ως Αρχιγραμματεύς (1897-1902) της Ιεράς Συνόδου. Πρεσβύτερος χειροτονήθηκε στις 25 Μαΐου 1897 από τον Μητροπολίτη Μυτιλήνης Κύριλλο. Στις 16 Μαΐου 1902 εξελέγη Μητροπολίτης Κορυτσάς με 11 ψήφους έχοντας συνυποψηφίους τους Επισκόπους Κρήνης Θεόκλητο (1 ψήφος) και Παμφίλου Μελισσηνό. Στις 19 Μαΐου 1902 χειροτονήθηκε στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι της Κωνσταντινουπόλεως Μητροπολίτης Κορυτσάς. Τη χειροτονία τέλεσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄, συμπαραστατούμενος από τους Μητροπολίτες Ιωαννίνων Γρηγόριο, Προύσης Ναθαναήλ, Νεοκαισαρείας Αλέξανδρο, Χίου Κωνσταντίνο, Ξάνθης Ιωακείμ, Βοδενών Νικόδημο, Ηλιουπόλεως Ταράσιο, Καλλιουπόλεως Ιερώνυμο και Διδυμοτείχου Φιλάρετο. Τον Ιούνιο του 1905 δέχθηκε δολοφονική επίθεση στο χωριό Πλιάσα αλλά διέφυγε τον κίνδυνο. Δολοφονήθηκε από Αλβανούς κομιτατζήδες έξω από το χωριό Μπραδβίτσα (Vashtëmi) όπου μετέβαινε να λειτουργήσει στις 9 Σεπτεμβρίου 1906.

Στὶς 9 Σεπτεμβρίου τοῦ 1906, όπως αναφέραμε, ἀλβανίζοντες καὶ ὀπαδοὶ τῆς ρουμάνικης προπαγάνδας, δολοφόνησαν σὲ ἐνέδρα τὸν Μητροπολίτη Κορυτσᾶς, Φώτιο. Ὁ θάνατός του συγκλόνισε τὸ πανελλήνιο καὶ ἡ συγκίνησι τῶν κατοίκων τῆς Κορυτσᾶς ἦταν ἀπερίγραπτη κατὰ τὴν ὥρα τῆς κηδείας του, ποὺ ἔγινε ἀπό τοὺς μητροπολίτες, Καστοριᾶς Γερμανὸ Καραβαγγέλη, καὶ Δυρραχίου Προκόπιο στὶς 12 Σεπτεμβρίου μὲ συμμετοχὴ δεκάδων ἱερέων καὶ χιλιάδων Ἑλλήνων τῆς πόλεως.
Ὁ Πόντιος ἀπό τὴν Κερασοῦντα ἐθνομάρτυρας ἱεράρχης, Φώτιος(κατὰ κόσμο Ἡλίας Καλπίδης) ἦταν θύμα τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνα. Ὅταν ἡ ρουμάνικη προπαγάνδα, ὑποβοηθούμενη ἀπό τὴν ἀλβανική, προσπάθησε νὰ καταγράψῃ τοὺς Ἕλληνες ὡς «ἀρναούτ» καὶ ὄχι ὡς «ροῦμ», μὲ σκοπὸ τὴν ἀλλοίωση τοῦ πληθυσμοῦ, ἀποσκοπῶντας νὰ δείξῃ στὶς ξένες δυνάμεις ὅτι ὁ πληθυσμὲς ἦταν ἀλβανορωμουνικός καὶ ὅτι οἱ Ἕλληνες ἦταν μιὰ μειοψηφία, ἡ ἀντίδρασι τοῦ Φώτιου ἦταν ἐντονότατη.
Ὁ Γερμανὸς φιλόσοφος καὶ καθηγητὴς στὸ πανεπιστήμιο τῆς Ίένας Γκέσλορ, γνώρισε τὸν Φώτιο, καὶ  σὲ σύγγραμμά του, σημείωσε πὼς τέτοιο ἄντρα, μὲ τόση βαθιὰ μόρφωση, τέτοιο ἤθος καὶ τόση ἀποφασιστικότητα, δὲν εἶχε συναντήσει.
Ὁ Μακεδονικός Ἀγῶνας τῶν Ἑλλήνων (1904- 1908), ξεκίνησε ὡς ἀντίδραση στὰ ἐπεκτατικὰ καὶ ἀφομοιωτικὰ ὡς πρὸς τὴν Μακεδονία σχέδια τῶν Βουλγάρων. Πολλοὶ ἦταν οἱ Πόντιοι ποὺ συμμετεῖχαν στὸν Μακεδονικὸ Ἀγῶνα, εἴτε ἐπώνυμοι εἴτε ἀνώνυμοι. Στοὺς ἐπώνυμους συγκαταλέγονταν οἱ μητροπολίτες Γρεβενῶν Αἰμιλιανὸς Λαζαρίδης καὶ Κορυτσᾶς, Φώτιος Καλπίδης, καθὼς καὶ ὁ ναύαρχος Γεώργιος Κακουλίδης, ὁ στρατηγὸς Νεόκοσμος Γρηγοριάδης κ.ἄ.
Ὁ Φώτιος, κατὰ κόσμον Ἡλίας Καλπίδης, γεννήθηκε στὸ Τσαγκρὰκ τῆς Κερασούντας. Στὴν Κορυτσᾶ βρέθηκε ὡς μητροπολίτης της σὲ ἡλικία 42 ἐτῶν, ἀντικαθιστῶντας τὸν Γερβάσιο Ὡρολογᾶ, ποὺ μετατέθηκε στὴν Καισάρεια.
Ἦταν τὸ 1904, χρονιὰ ἰδιαίτερα σκληρή. Βούλγαροι κομιτατζῆδες, ρουμανίζοντες Βλᾶχοι, Ἀλβανοὶ ἐθνικιστές, λυμαίνονταν τὴν ἐπαρχία του. Ὁ Φώτιος, μὲ κέντρο δράσης τὴν Κορυτσᾶ, περιόδευε τὴν ὕπαιθρο τῆς μητρόπολής του, πηγαίνοντας ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό, προσπαθῶντας νὰ στηλώσῃ τὸ φρόνημα τοῦ καταπτοημένου ποιμνίου του. Σὲ ὅσους τοῦ ἔλεγαν νὰ εἶναι προσεχτικὸς, ἀπαντοῦσε: «….Ἄν πρέπει νὰ κάνῳ, ὅπως μοῦ λέτε, τότε γιὰ ποιὸ λόγο μὲ ἔστειλαν ἐδῶ ἀπ’ τὴν Πόλη;....»
Στὴν Κορυτσᾶ ἴδρυσε τὸν σύλλογο «Τὰ Πάτρια», ποὺ ἀπευθυνόταν κυρίως στοὺς νέους. Ἡ ἀσταμάτητη δράση του, φρένιαζε τοὺς ἀντιπάλους του. Τὸν προειδοποίησαν νὰ «συμμορφωθεῖ» πολλὲς φορές, ἀλλὰ ἐκεῖνος συνέχιζε μαχητικότερος νὰ κάνῃ ὅ,τι πίστευε. Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1906, ἔξω ἀπὸ τὸ χωριὸ Βρατοβίτσα, τὸν σκότωσαν κομιτατζῆδες καὶ ρουμανίζοντες.


Διαβᾶστε ὁλόκληρο τὸ κείμενο στό:  http://www.e-istoria.com/

Δαβίδ ο Σεληνιτζιώτης

Ο Δαβίδ ο Σεληνιτζιώτης ήταν ζωγράφος από τον Αυλώνα της Aλβανίας. Το έργο που επιτέλεσε στην αγιογράφηση εκκλησιών τον κατατάσσει μεταξύ των σπουδαιότερων αγιογράφων του 18ου αιώνα.
Δαβίδ ο Σεληνιτζιώτης
Γέννηση17ος αιώνας
Σελενίτσα
Θάνατος18ος αιώνας


Ο ζωγράφος Δαβίδ τοιχογράφησε το μεγάλο νάρθηκα του παρεκκλησίου της Παναγίας Κουκουζέλισας στη Λαύρα (1715). Επίσης, εργάστηκε στη Mοσχόπολη και στην Καστοριά. Θεωρείται πιο εκλεπτυσμένος αντιγραφέας και δημιουργικότερος στις μη παραδοσιακές παραστάσεις, όπου διαπιστώνεται και επαφή με δυτικοευρωπαϊκά έργα.

Τα έργα του ζωγράφου Δαβίδ συμμετέχουν στο ρεύμα της επιστροφής σε εικονιστικούς τύπους και καλλιτεχνικούς τρόπους της παλαιολόγειας ζωγραφικής. Αυτή η τάση επιστροφής και αντιγραφής της ζωγραφικής παλαιολόγειων προτύπων και ειδικότερα του Πανσέληνου στο ναό του Πρωτάτου εμφανίστηκε στο Άγιο Όρος το πρώτο τέταρτο του 18ου αιώνα και από εκεί διαχύθηκε στα αστικά κέντρα της Μακεδονίας, όπως στη Νέα Παναγία Θεσσαλονίκης (γύρω στα 1730), στον Ιωάννη Πρόδρομο Καστοριάς (1727) και στον Άγιο Νικόλαο στη Μοσχόπολη της Βορείου Ηπείρου (1727). Θεωρητικός εκφραστής του καλλιτεχνικού αυτού κινήματος, που σφράγισε την καλλιτεχνική παραγωγή στο Άγιο Όρος καθ' ολη τη διάρκεια του 18ου αιώνα και τις αρχές του 19ου αιώνα, υπήρξε ο αγιορείτης ζωγραφοδιδάσκαλος ιερομόναχος Διονύσιος από τον Φουρνά των Αγράφων.

Χαρακτηριστικά έργα του ζωγράφου Δαβίδ από τις τοιχογραφίες του Ορθόδοξου ναού του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στη συνοικία Απόζαρι της Καστοριάς: