Τραγούδια ιστορικά - ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ (1821 - 1828)




ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ
(1821 - 1828)

Ή έπανάστασις τής Χίου (10 Μαρτίου 1822) καί ή καταστροφή της συνεκίνησε δλον τόν κόσμον καί έξήγειρε την παγκόσμιο συνείδησι κατά του άνοσιουργήματος. Τό ολοκαύτωμα των ειρηνικών κατοίκων της — έκ •των 100.000 μόλις διέφυγαν τό μαχαίρι των Αγαρηνών 15.000 — έπέ- συρε τή συμπάθεια τοϋ παγκοσμίου ουμανισμοΰ καί έγινε θέμα για τήν ποίησι τοϋ Ούγκώ καί τούς πίνακες τοϋ Δελακρουά.
'Η σφαγή τών αθώων γυναικοπαιδών συγκινεΐ καί τον ανώνυμο λαϊκό -ποιητή τής χώρας τών ήρώων, τής Ηπείρου, πού δεν συγχωρεϊ μιά αυτοκρατορία νά τά βάζη μέ τα άϋ·ώα βρέφη.
Έπιχαίρει ό ποιητής για τήν πυρπόλησι τής τουρκικής ναυαρχίδος, τή νύχτα τής 6 Ιουνίου 1822, άπό τον πυρπολητή Κανάρη καί τό θάνατο τοΰ τούρκου ναυάρχου Καρααλή καί σημειώνει τήν άπόδοσι τής θείας δικαιοσύνης .
ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΧΙΟΥ

Ferman ndë gjithë Turqi: T?ëjen një pasba, fermanli' Mbledh asqer ndë Shqipëri të dalë një për shtëpi.
U mbusb bota me hasi. Sulltani dha prostagji, "Të ngribesh O ! Kutahi! Kapetan nde det kam ty, O ! Kapllan O ! Karali, Rruaju nga ca gjëmi, hidhu π i s i mbi n i s i.

Vuru zjarr, digji si mi. As aman ! o Karali. Hioti s’ka faj, nuk di, seç bënet në Shqipëri.
As tundet, mbë vënd rri. Mos e prish ndë je njeri. Ndë je Pasha sojli.
Qëni i qënit Osmanlli! Këtu gjeta gjak te pi Nëm-paç! me çilimi, gjete të bëç trimeri?
Mbi njerëz pa fuqi ?
U vu zjarr e i bën hi.
U kthe prapë në gjemi, Natën qe ra të flijë, ju pagua zullumi i tij.
Kapetan Kostandi,
Me ka - dalje me k u p i, Ju fute ndënë Deli
ndeze po si qeri. Karauli sokëllin,
Ja gjin var! po grehuni Na xhuriti gjarpër i zi, E s’e pam dot as me sy. Kur digjoji Pashai i zi. thiri: O ! trima të rai! Qasni pranë një gjemi

S kemi shpëtim vallahi ! posa mundni ikni.
Keceu mbrënda në gjemi. Po k a t a r t i i ra mbi Me kaq gjem,
me zi e rrembeu Muhameti. E Sulltani ra ra në zi Kreu një ferman të ri.
Διαταγή σ’ όλη τήν Τουρκία : Φταίχτης ένας Πασιάς φερμανλής1! Μαζεύει στρατό στήν Αρβανιτιά, έναν άπό κάθε σπίτι.
Έγέμισε ό κόσμος αντάρτες.
Ό Σουλτάνος έδωκε προσταγή 2 :
—Νά σηκωθής, ώ Κιουταχή !
Αρχηγό στη θάλασσα έχω σένα, ώ Καπλάν 3, ώ Καρα - Άλή ! Φυλάξου άπό κάποιες βάρκες, ρίξου άπό νησί σε νησί4
. Βάλτους φωτιά, κάψε τους σάν τότ -Αμάν ώ Καραλή          [ποντίκια..
Οί Χιώτες δέ φταίνε, δεν ξαίρω τί γίνεται στην Αρβανιτιά. [τους.. Δεν σηκώθηκαν, κάθονται στον τόπο· Μή τούς χαλάς, αν είσαι άνθρωπος, αν είσαι σοϊλής Πασιάς.
-Σκυλιά Όσμανλήδες!1 Έδώ βρήκα αίμα νά πιώ.
Κατάρα νά ’χης ! μέ τά βρέφη βρήκες νά κάνης παλληκαριά;
Μέ αδύναμους ανθρώπους τά βάζεις ; Τούς βάζεις φωτιά καί τούς κάνεις στά- Έγύρισε πίσω στη ναυαρχίδα του. [χτιχ. Σάν έπεσε τή νύχτα νά κοιμηθή, πλήρωσε την αδικία του !
Ώ καπετάν Κωσταντή 3, σιγά-σιγά μέ τό κουπί3, χώθηκες κάτω από τή ναυαρχίδα.
Τούς άναψες σάν τό κερί4.
Τό καραούλι εχούγιαξε:
Γιαγκίν - βάρ5. Σηκωθείτε Γ Μάς κατάκαψε τό μαύρο φίδι6, καί δέν τό είδαμε μέ τά μάτια μας. Σάν τ’ άκουσε ό μαύρος ό Πασιάς φώναξε: Παλληκάρια μου, ζυγώστε κοντά μια βάρκα !
Δεν έχομε σωτηρία βαλα - χί.1 "Οσοι μπορείτε φύγετε.
Κατέβηκε μέσα στή βάρκα,
άλλα τοϋ έπεσε απάνω του τό κατάρτ
καί ώ συμφορά,
μέ τό ζόρι τον άρπαξε δ Μουχαμέτης Ό Σουλτάνος έπεσε σέ πένθος- “Εβγαλε έ'να καινούργιο φερμάνι.


Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΔΡΑΓΑΤΣΑΝΙΟΥ  
( 1821 )
Tetëqint e njëzet viti, Pushka e par seç krisi: Lëfton Ypsillant Politi!
I rri pranë Thanas Pipi
Në Tunë të gjitlië i mbiti. As i biri turk jezitit!
Në qafë të Dragocanit U vra lloku i Ypsillantit
Στά χίλια οκτακόσια είκοσι5 βρόντησε ή πρώτη τουφεκιά. Πολεμά δ Ύψηλάντ’ Πολίτης6, τον παραστέκει δ Θανάσ’ Πίπης · Στο Δούναβι δλους τούς έπνιξε. Βαράτε τον Τούρκο, τον προδότη. Στην κιάφα τού Δραγατσανίου, σκοτώθηκε ό λόχος τού Ύψηλάντη

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΡΑΧΟΒΑΣ
(1826)
'Η μάχη τής Αράχοβας στάθηκε σταθμός στον άγώνα τής επαναστάτη μένης Ελλάδος.
Έδώ άντιμετρήθηκαν παλληκαρίσια δοό δυνάμεις : Αλβανοί καί Ή- πειρώται. 'Η περίλαμπρη νίκη των έλληνικών όπλων εφερε άναθάρρησι στούς έπαναστατημένους "Ελληνας, ύστερα μάλιστα άπό τήν κόπωσι των εμφυλίων σπαραγμών.
Ή νίκη τής Αράχοβας καί τό τρόπαιο, πού εστησε ό Καραϊσκάκης μέ τά κεφάλια των Αρβανιτών είναι έργο κυρίως τών ηπειρωτικών σωμάτων.
Τό λέγει ό ίδιος ό αρχιστράτηγος τής νίκης Κάραϊσκάκης σέ γράμμα του, πού άναγγέλλει τή νίκη στούς προκρίτους τών Σπετσών-
«Έγώ όμως μέ τά Σουλιώτικα σώματα καί Ηπειρωτικά καί μερικά άλλα... » γράφει.
Δύο γίγαντες πολεμούν, ό στρατάρχης τής Ρούμελης Καραϊσκάκης άπό τή μιά μεριά καί ό Μουστά - Μπέη - Κιαφζέζης άπό τήν άλλη- ό Άχιλλεύς μέ τον "Εκτορα.
Είναι περιττό νά προσθέσωμε χαρακτηρισμούς γιά τον Καραϊσκάκη. "Ομως ή σκιαγραφία τού άντιπάλου 1 είναι άναγκαία  Ό Σταμάτης Μαυρογορδάτος σέ επιστολή του στους 'Υδραίους προκρίτους αναγγέλλοντας τή νίκη γράφει: «...Σήμερον έλάβαμεν εΐδησιν κατ’ ευθείαν άπδ τδ στρατόπεδον του Καραϊσκάκη δτι ό Μουστάμπεης, τον όποιον είχαν κλείσει οί ήμέτεροι εις την Ράχοβαν, πλησίον εις θέσιν πολλά στενήν μέ τό σώμα του από 1200 (;) τζίρκα, οϊτινες ήσαν τό άνθος τής Αλβανίας  ».
Καί πάρα κάτω :
«_ ό όποιος αύτός Μουστάμπεης ήτον άπό τό μεγαλύτερου ότζάκι
τής Αλβανίας καί ή ψυχή του Κιουταχή καί των Αλβανών...».
Καί δεν είναι μόνο οί άντίπαλοι αρχηγοί μά καί τ’ άντίπαλα στρατόπεδα διαλεγμένα.
Γιά τήν ελληνική πλευρά διαφωτιστικός είναι ό- πίναξ τών 94 οπλαρχηγών καί αγωνιστών, πού διασώζει ό Φιλήμων, όταν αύτοί μέ επικεφαλής τον Καραϊσκάκη υπογράφονται στο έγγραφο τής αναγγελίας τής νίκης στήν Κυβέρνησί τους. Καμαρώνει κανείς έκεΐ ονόματα τό ένα βαρύτερο άπό τ’ άλλο σουλιώτικα καί ήπειρωτικά.
Γιά τήν άλβανική πλευρά είναι ή άναγνώρισι πού κάνει ό αρχηγός τής νίκης στό έγγραφο, πού έμνημονεύσαμε"
«... έν ένί λόγω έχάθη τό άνθος τής Αρβανιτιάς...» καί είναι καί ή έγγύησι τοΰ Μουστάμπεη Κιαφζέζι, πού στό όρδί του δεν είχε όποιον κι* όποιον.
Στή μάχη τής Αράχοβας, τό άνθος τής Αρβανιτιάς, πού έκανε ένα πόλεμο άδικο καί χτύπαε τον άγωνιζόμενο έλληνικό λαό, πού πάσχιζε νά βρή τή χαμένη ελευθερία του εχάθηκε μέσα στον χιονοστρόβιλο, πού κατέβαζε ό χιονισμένος Παρνασσός καί μέσα σέ εφτά μερόνυχτα τό σπαθί τών Ελλήνων αγωνιστών έστόμωσε άπό τά κόκκαλα καί τις σάρκες τών εχθρών. 'Έπεσε ματαίως περιμένοντας βοήθεια άπό τον Κιουταχή κοντά σε τόσους άλλους καί ό λεπτοφρυδάς καί μαυρομούστακος Μουστά Μπέης καί 6 αδερφός του Καραφίλμπεης, περίφημοι για την ομορφιά τους καί την παλληκαριά τους τής στρατιωτικής δυναστείας των Κιαφζέζηδων βλαστοί.
Τό κεφάλι τοϋ Μουστά-Μπεη βρέθηκε κι αναγνωρίσθηκε κομμένο στο μαρσίπιο τοϋ επίσης σκοτωμένου άδερφοΰ του.
Ό πολύπειρος Κιουταχής έστειλε τον Μουστάμπεη να πιάση τό κλειδί τής Αράχοβας, πού κίνησε μέ τον Άσλάν Μπέη, τον άδερφό του Καρα- φίλη, τον Έλμάζ-Μπεη καί τον ίδιον τον Κεχαγιά του Κιουταχή.
Άπό τήν άητοφωλιά τής Αράχοβας ό στρατηγικός Μουστάμπεης, άν την έπιανε, θά είχε τον έλεγχο σέ κάθε κατεύθυνσι καί θά κρατούσε στά χέρια του τις διαβάσεις όλου τοϋ ορεινού συγκροτήματος.
Μά κι ό Καραι'σκάκης, πού ή σημασία τοϋ μέρους δέν τοϋ διέφευγε έστειλε στις 18 Νοεμβρίου 1826 τον Γαρδικιώτη Γρίβα καί τον Γιώργη καί Μήτρο Βάγια μέ 500 άντρες, ένω ό Δυοβουνιώτης έφραξε τό δρόμο γιά τό Χρυσό καί τά Σάλωνα.
Οί Αλβανοί γιά νά μη κλεισθοϋν βγήκαν άπό τά σπίτια τής Αράχοβας κι ήταν αύτό τό μοιραίο σφάλμα τους.
"Τστερα άπό λίγες μέρες μπαίνει κι ό Καραϊσκάκης μέ τήν κυρία δύ- ναμι, ένω άντιθέτως ή βοήθεια τοϋ Κιουταχή γιά τό Μουστάμπεη χτυπήθηκε καί διαλύθηκε στο Ζεμενό άπό άλλους "Ελληνας οπλαρχηγούς.
'Ο υπερήφανος Μουστάμπεης ούτε στή δεινή αυτή περίστασι έγκατέ- λειψε τή θέσι του.
Απόπειρα συμφωνίας άπέτυχε έξ αιτίας τοϋ ύπερηφάνου χαρακτήρος του άν καί πρώτος έζήτει συνθήκες.
Στις σχετικές διαπραγματεύσεις πού έγιναν, έλαβαν μέρος άπό τούς Αλβανούς ό Χόντο Λέκας κι ό Σουλεϊμάν Τόσκας καί τήν έλληνική|άντι- προσωπεία άποτελοΰσε 6 Ιωάννης Ρούκης κι ό Χριστόφορος Περραιβός. Ό τελευταίος στά σωζόμενα άπομνημονεύματά του διασώζει καί τον σχετικόν διάλογο.
'Ο Λέκας:
« Ημείς έκινήσαμεν άπό τήν Λειβαδίαν με σκοπό νά σας χαλάσω- » μεν, ό Θεός όμως δεν ήϋ·ελε και χωρίς τό ϋ'έλημά του δέν γίνεται » τίποτε εις τον κόσμον' διά τον κακόν μας λοιπόν σκοπόν αρκετά » μας έπαίδενσε και μας εντρόπιασε' τώρα ή υπόδεσις αυτή εις ημάς » τους ίδιους στέκεται νά Ισάσω μεν τέτοια άνακατώματα κοσμικά, » επειδή ημείς οί ίδιοι τά κάμνομεν, κι αν σήμερον έσφάλαμεν ημείς, » αϋριον σφάλλετε εσείς, δ κόσμος αυτά έχει πάντοτε ».
Καί ή ελληνική άντιπροσωπεία άπήντησε:
« Άλη&ώς, φίλε Λέκα, είπες ότι δ σκοπός σας ήτο κακός, ημείς δέ » λέγομεν ακόμη δτι είναι καί παράνομος και ασεβής' διότι τ ί κανκάν σας έ κ ά μ α μ ε και μας πολεμάτε; Πότε » ή λ θ α μ ε εις τον τόπον σας ν ά σάς βλάψωμε; » Ή μ ε ι ς δεν ζητωμεν άλλο τι σήμερον παρά»  τ ή ν έλενθερίαν μας...».
"Ομως έ-έμειναν στον άδικο πόλεμο και έφτά μερόνυχτα άντιστάθηκαν επάνω στούς χιονισμένους βράχους, ώσπου βλέποντας πώς ό αγών ήταν χαμένος άπεφάσισαν νά φύγουν μέ τα σπαθιά στα χέρια διά μέσου των ελληνικών γραμμών. Τότε, 23 - 24 Νοεμβρίου, μιά ελληνική σφαίρα ηυρε τό Μουστάμπεη στο κεφάλι καί τον έσκότωσε. 'Εφτακόσιοι Γκέγκηδες έκίνησαν νά φύγουν. Επάνω στή σύγχυσι έπετέθησαν οΐ "Ελληνες καί μόλις οί μισοί άπό τό άνθος τής Αρβανιτιάς έσώθηκαν φεύγοντας πρός τή Μονή 'Ιερουσαλήμ.
"Οταν έ'λυωσαν μετά άπό λίγες μέρες τά χιόνια, ό χειμωνιάτικος ήλιος έφώτισε λάφυρα, πολεμικές σημαίες καί τά κόκκαλα καί τις σάρκες έκα- τοντάδων άλογων κι ανθρώπων, πού τά ’φερναν γύρο τά μεγαλόπρεπα τού Παρνασσού όρνια.
Αύτό τό έπεισόδιο έχει θέμα τό επόμενο τραγούδι.
A
Athinë e mjera Athinë delë e shih asper që vijnë Musta Beu me Dramalinë. Sjellin gjithë Shqiperinë.
Që ndë Athinëe ndë Allamane, janë shumë kapetanë, frikën Musta Beut ja kanë. Musta Beu ka Livadhinë Taria lufton Athinë.
Kush i shkeli malet e lartë? Musta Beu pisqollë artë.
Kush i shkeli malet me dborë? Musta Beu fustanehollë.
Mun te kroi për mbi Rehovë gjithë bajrakët u mblodhë.
Bie shi e bie dborë Musta Beu ndërton taborrë.
U vra Beu vetull - hollë,
U vra dhe Thodhor Ollani, e goditi Kapetani.
Ç’është kështu o Musta Bej ? Nëndë ditë muhasere, pa bukë e pa xhephane.
Na vranë e na bënë dhee.
Tin o Musta Be Misiri, pret ndihmë nga Veziri ? Ndihmë s’ka nga të të vinjë. Tare Çuti mbet’Athinë.
O shokë na vjen imdati Hysen Beu nga Bozliigradi. -Morë Hysen Be Devolli, plastë lopa që të polli, edhe demi që të mbolli. Hysen Beu ndihraë s’na solli. Ti moj Kull e Livadhisë, ku ke trimnë e Shqipërise? Ku t’a di ah unë e mjera? Ndë Rahove e fryri era. Sihariq moj Bubulinë, na vranë Qafëzesllinë.
-Pse ma thatë këtë fijalë?
Më erdhi keq si për një djalë. Të ma zën kishin të gjallë, burrë e keshë për të marë.
T’a pagëzonja raë parë, të zinja nga kjo farë. Ububu o Musta Be Seç të qanë një zonjë e ve penxhere mbë penxhere shok ndë Shqipëri ty s’le
Αθήνα, έρημη Αθήνα, βγες νά Ιδης στρατός που ’ρχεται.
'Ο Μουστά Μπέης μέ τον Δράμαλη Φέρνουν Oλην την αρβανιτιά.
Άπό την Αθήνα ως τήν Αλαμάνα είναι πολλοί καπεταναΐοι, τον Μουστά Μπέην φοβούνται.
Ό Μουστά Μπέης έχει τή Λειβαδιά, δ Τάρες πολεμά στήν Αθήνα.
Ποιος πάτησε τά ψηλά βουνά ;
Ό Μουστά Μπέης μέ τό χρυσό πιστόλι. Ποιος πάτησε τά χιονισμένα βουνά;
Ό Μουστά Μπέης μέ τή λεπτή φουστα- Στή βρύση επάνω άπ’τό Ράχοβο [νέλλα1 ιιαζώχτηκαν δλαν τά μπαϊράκια.
Βρέχει καί χιονίζει" δ Μουστά Μπέης στήνει τ’ δρδί του. Πλαίσιο κειμένου: !Σκοτώθηκε ό λεπτοψρυδάς1 Μπέης, σκοτώθηκε και ό Θοδωρή Όλάνι2 τον κτΰπησε 6 Καπετάνος.
Τί γίνεται, ώ Μουστα Μπέη ;
Έννηά3 μέρες πολιορκία, δίχως ψωμί καί πολεμοφόδια.
Μας σκότωσαν καί μας ισοπέδωσαν. Έσύ ώ Μουστα Μπέη Μισιρλή 4, περιμένεις βοήθεια από τον Βεζυρη ; Βοήθεια δεν έ'χει από ποΰ νά σοϋ’ρθη. Ό Τάρε Τσούτης έμεινε στην Αθήνα. ΤΩ σύντροφοι μας έρχεται ίμντάτι.
Ό Χισέν Μπέης άπ’ τό Μποζιγράδι. —Μωρέ Χισέν Μπέη Δεβόλι5, νά σκάση ή γελάδα που σέ γέννησε !
και το μοσχάρι που σ εσπειρε
Ό Χισέν Μπέης βοήθεια δέν μάς ήρθε. —Έσύ μωρή Κούλια τής Λειβαδιάς.
ποΰ έχεις τό παλληκάρι τής αρβανιτιάς ; —Ποΰ νά ξαίρω εγώ ή άτυχη ;
Στην Αράχοβα τον σκόρπισε ό αέρας. —Σιχαρίκια, μωρή Μπουμπουλίνα, μιας σκοτώσανε τον Κιαφέζη.
—Γιατί μοΰ είπατε αυτό τον λόγο ; Λυπήθηκα σάν νά ’τανε παιδί μου ! Εάν μοΰ τον πιάναν ζωντανό, άνδρα θά τον έπαιρνα
Νά τον βάπτιζα πρωτύτερα, νά έπιανα από αυτή την φάρα.
Ώ μπομπό Μουστά Μπέη, τί σέ κλαίει μια νέα κυρά, παραθύρι σέ παραθύρι, σύντροφο στήν αρβανιτιά σύ δεν άφησεςί



B
Ju o! shpezë qe fluturoni, — në Athinë të qëndroni.
Miftar bejnë të ma zgjoni.
Tre taboreve t’u a vështroni. Të përpjetën e Sicanit vetëtin kordh e Miftarit.
Ndë Siçan thurtur me gurë janë mbylltur kahurë.
Ndë Siçan thurtur me trarë o ! burrëo! fustanebardhë! Miftar Bej, Miftar Vojvoda, ku i lë të shkretat hoda? Qafzezaz, o të zi u shuatë e u bëtë hi!
Ω σείς πουλιά πετούμενα' σταΟήτε πάνω απ’ τήν “Αθήνα. Ξυπνήστε μου τό Μιφτάρ1 Μπέη. “Αγναντέψτε τά τρία ταμπόρια.
Στήν άνηφοριά τής “Ακρόπολης, αστράφτει ή κόρδα τοϋ Μιφτάρη. Στήν’Ακρόπολη τή φραγμένη μέ πέτρες είναι κλεισμένοι οί Χριστιανοί.
Στήν “Ακρόπολη τή ηιραγμένη μέ γρέν- παλληκάρια μου, φουστανελλάδες ! [τες Μιφτάρ Μπέη, Μιφτάρ Βοϊβόντα ποϋ άφήκες τά έρημα τά παλάτια; Κιαφζέζηδες, ώ μαύροι! σβύσατε, εγίνατε στάχτη

Από το βιβλίο: Ήπειρος - Λαογραφικά - Ηθογραφικά- Εθνογραφικά, Αλεξ Μαμμόπουλου Αθήνα 1964
Το διαβάσατε πρώτη φορά στο Πελασγός Κορυτσάς. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση χωρίς την αναφορά της πηγής. 

Σχόλια