| Φωτογραφία Πελασγός Κορυτσάς με Τ.Ν/ Foto Pelasgos Koritsas me I.A |
|
Η
υπόθεση του Ζβερνέτσι, η βία ιδιωτικής ασφάλειας και η παλιά μέθοδος του
«εξωτερικού εχθρού» Η
υπόθεση του Ζβερνέτσι δεν είναι πλέον μόνο ένα ζήτημα επένδυσης,
περιβάλλοντος ή τοπικής διαμαρτυρίας. Μετά τα γεγονότα των τελευταίων ημερών,
και κυρίως μετά τη δημόσια τοποθέτηση του Πρωθυπουργού Έντι Ράμα, το θέμα
ανέδειξε κάτι βαθύτερο: τον τρόπο με τον οποίο η αλβανική εξουσία, όταν
πιέζεται από εσωτερικές κρίσεις, επιστρέφει εύκολα στο παλιό και γνώριμο
σχήμα του «εξωτερικού εχθρού». Αφορμή
υπήρξε η ένταση γύρω από το σχέδιο μεγάλης τουριστικής επένδυσης στο
Ζβερνέτσι, η οποία προκάλεσε αντιδράσεις, τοπικές κινητοποιήσεις και ειρηνική
διαμαρτυρία πολιτών στα Τίρανα. Ιδιαίτερη αγανάκτηση προκάλεσε και η
συμπεριφορά υπαλλήλων ιδιωτικής εταιρείας ασφάλειας απέναντι σε διαδηλωτή,
γεγονός για το οποίο ο ίδιος ο Ράμα αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι η
συμπεριφορά τους ήταν βίαιη, ενώ άσκησε κριτική και στην αστυνομία της
Αυλώνας επειδή δεν αντέδρασε άμεσα. Όμως,
αντί η δημόσια συζήτηση να επικεντρωθεί στην ουσία — στη διαφάνεια της
επένδυσης, στα δικαιώματα των πολιτών, στη στάση της αστυνομίας, στη
λειτουργία των θεσμών και στην ευθύνη του κράτους — ο Πρωθυπουργός επέλεξε να
ανοίξει ξανά το γνώριμο κεφάλαιο της Ελλάδας. Σε ομιλία του για το Ζβερνέτσι,
διερωτήθηκε: «Πώς είναι δυνατόν οι εφημερίδες της Ελλάδας να είναι σύμμαχοί
σας στην προστασία του περιβάλλοντος της Αλβανίας;» και πρόσθεσε ότι οι
ελληνικές εφημερίδες «γέμισαν» με την υπόθεση των διαμαρτυρομένων, αφήνοντας
να εννοηθεί ότι «κάτι δεν πάει καλά» όταν η ελληνική δημοσιότητα ασχολείται
με μια αλβανική υπόθεση. Η
διατύπωση αυτή δεν είναι αθώα. Δεν αποτελεί απλώς πολιτική ειρωνεία. Είναι
μια καθαρή προσπάθεια μετατόπισης της προσοχής. Αντί να απαντηθεί το ερώτημα
τι συνέβη στο Ζβερνέτσι, ποιος ευθύνεται για τη βία, ποιοι είναι οι όροι της
επένδυσης και αν οι πολίτες έχουν δικαίωμα να διαμαρτύρονται, το βάρος
μεταφέρεται αλλού: στις «ελληνικές εφημερίδες», στη «γειτονική ζήλια», σε
έναν υποτιθέμενο εξωτερικό παράγοντα που τάχα υποκινεί, εκμεταλλεύεται ή
ενισχύει την αλβανική κοινωνική αντίδραση. Στο
ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η δήλωση του Ταουλάντ Μπάλλα, ο οποίος, αναφερόμενος
στις αντιδράσεις από την Ελλάδα για το Ζβερνέτσι, είπε ειρωνικά ότι «ο
γείτονας ζηλεύει τον γείτονα» όταν πρόκειται για τέτοιες επενδύσεις. Έτσι,
ένα θέμα που αφορά την Αλβανία, τους πολίτες της, το περιβάλλον της, τους
θεσμούς της και τη συμπεριφορά των κρατικών και ιδιωτικών μηχανισμών
ασφαλείας της, παρουσιάζεται ξαφνικά σαν υπόθεση «ελληνικής ενόχλησης». Αυτό
είναι τραγικό για μια χώρα που επιθυμεί να παρουσιάζεται ως ώριμη ευρωπαϊκή
δημοκρατία. Ακόμη πιο τραγικό είναι για έναν Πρωθυπουργό που κυβερνά τόσα
χρόνια και όμως, κάθε φορά που βρίσκεται μπροστά σε κρίση, δυσκολεύεται να
πει το αυτονόητο: «ναι, εδώ υπάρχει ευθύνη· εδώ πρέπει να ελεγχθούν οι
θεσμοί· εδώ πρέπει να λογοδοτήσουμε». Αντί
για αυτό, επανέρχεται το παλιό εργαλείο: φταίνε οι άλλοι. Φταίνε τα μέσα
ενημέρωσης. Φταίνε οι πολίτες που «παρασύρθηκαν». Φταίνε οι αντίπαλοι. Και
όταν η κρίση αγγίζει ευαίσθητες περιοχές ή σχέσεις, φταίει και η Ελλάδα. Δεν
είναι η πρώτη φορά που η αλβανική πολιτική σκηνή χρησιμοποιεί την Ελλάδα ως
βολικό σκιάχτρο. Η επίκληση του «εξωτερικού εχθρού» έχει βαθιές ρίζες στην
πολιτική κουλτούρα που κληρονόμησε η Αλβανία από το καθεστώς του Ενβέρ Χότζα.
Για 45 χρόνια, το μονοκομματικό κράτος συντηρούσε την κοινωνία μέσα στον
φόβο, παρουσιάζοντας διαρκώς εχθρούς που απειλούσαν την πατρίδα. Έτσι
απέφευγε την αυτοκριτική, απέκρυπτε την αποτυχία του και μετέτρεπε κάθε
εσωτερική δυσλειτουργία σε αποτέλεσμα ξένης επιβουλής. Δυστυχώς,
αυτή η μέθοδος δεν εξαφανίστηκε μαζί με το καθεστώς. Επιβιώνει, αλλάζει μορφή
και επανέρχεται κάθε φορά που χρειάζεται. Σήμερα δεν χρησιμοποιείται με το
ίδιο ιδεολογικό λεξιλόγιο, αλλά λειτουργεί με τον ίδιο μηχανισμό: όταν η
κοινωνία αντιδρά, όταν υπάρχουν σκάνδαλα, όταν οι θεσμοί πιέζονται, όταν η
διαφθορά γίνεται δημόσια πληγή, τότε χρειάζεται ένας «άλλος» για να φορτωθεί
η ευθύνη. Και
η Ελλάδα προσφέρεται συχνά για αυτόν τον ρόλο. Παρά το γεγονός ότι εδώ και 35
χρόνια αποτελεί τον τόπο όπου εργάστηκαν, πρόκοψαν, σπούδασαν και
ενσωματώθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες Αλβανοί πολίτες. Παρά το γεγονός ότι η
ελληνική κοινωνία, με όλες τις δυσκολίες και τις αντιφάσεις της, άνοιξε τις
πόρτες της σε ανθρώπους που έφευγαν από τη φτώχεια, τον φόβο και την
απομόνωση της μετακομμουνιστικής Αλβανίας. Παρά το γεγονός ότι Έλληνες και
Αλβανοί ζουν επί δεκαετίες σε μια καθημερινή, πραγματική και συχνά υποδειγματική
συνύπαρξη. Αυτή
η αλήθεια, όμως, δεν εξυπηρετεί την προπαγάνδα. Η αλήθεια της κοινής ζωής,
της εργασίας, της γειτονίας, της φιλίας και της αλληλοβοήθειας δεν βολεύει
όσους χρειάζονται φαντάσματα. Διότι τα φαντάσματα είναι χρήσιμα στην πολιτική
όταν μια εξουσία δεν θέλει να κοιτάξει τον καθρέφτη. Και
ο καθρέφτης σήμερα είναι βαρύς για την κυβέρνηση Ράμα. Η Αλβανία έχει ζήσει
τα τελευταία χρόνια σοβαρές υποθέσεις διαφθοράς, που αγγίζουν υψηλά
κυβερνητικά επίπεδα. Ο πρώην αναπληρωτής Πρωθυπουργός Άρμπεν Αχμέταϊ
κατηγορήθηκε από την ειδική εισαγγελία SPAK για διαφθορά, ξέπλυμα χρήματος
και απόκρυψη περιουσίας σε σχέση με την υπόθεση των αποτεφρωτήρων, ενώ
εγκατέλειψε τη χώρα μετά το αίτημα σύλληψής του. Η Μπελίντα Μπαλούκου, πρώην
αναπληρώτρια Πρωθυπουργός και υπουργός Υποδομών, βρέθηκε επίσης στο επίκεντρο
έρευνας για δημόσιους διαγωνισμούς μεγάλης αξίας, με το Reuters να αναφέρει
ότι κατηγορήθηκε για χειραγώγηση διαγωνισμών, ενώ η ίδια αρνείται τις
κατηγορίες. Αυτά
δεν είναι ελληνική προπαγάνδα. Δεν τα δημιούργησαν ελληνικές εφημερίδες. Δεν
είναι φαντασίες κάποιου «ζηλόφθονου γείτονα». Είναι υποθέσεις που έχουν
απασχολήσει την αλβανική δικαιοσύνη, τη διεθνή ειδησεογραφία και την ίδια την
αλβανική κοινωνία. Και δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται έξω από τη
χώρα, αλλά μέσα στον τρόπο με τον οποίο ασκείται η εξουσία. Γι’
αυτό και η εικόνα ενός Πρωθυπουργού που, αντί να σταθεί με θεσμική σοβαρότητα
απέναντι στην κοινωνία, επιλέγει να εμφανιστεί ως ο μόνος προστάτης του λαού
απέναντι στους «ξένους», είναι βαθιά προβληματική. Η φράση του ότι σκέφτηκε
να πάει στο χωριό του και να αφήσει τους πολίτες να διαλέξουν ποιος θα τους
προστατεύσει από τους ξένους, όπως μεταδόθηκε από αλβανικά μέσα, κινείται
ακριβώς σε αυτή τη λογική: εγώ είμαι ο φρουρός σας, εγώ σας προστατεύω, χωρίς
εμένα είστε εκτεθειμένοι. Αυτή
δεν είναι δημοκρατική γλώσσα. Είναι γλώσσα προσωπολατρίας. Είναι η παλιά
πολιτική σκηνοθεσία του ηγέτη που δεν απαντά για τα προβλήματα, αλλά ζητά
ευγνωμοσύνη επειδή τάχα συγκρατεί τους κινδύνους. Όμως μια χώρα δεν
χρειάζεται σωτήρες. Χρειάζεται θεσμούς. Χρειάζεται λογοδοσία. Χρειάζεται
διοίκηση που σέβεται τον πολίτη. Χρειάζεται αστυνομία που προστατεύει τον
αδύναμο και όχι τον αφήνει στα χέρια ιδιωτικής βίας. Χρειάζεται κυβέρνηση που
να μη βαφτίζει κάθε αντίδραση «υποκίνηση». Η
αλαζονεία της εξουσίας δεν μένει ποτέ μόνο στην κορυφή. Κατεβαίνει προς τα
κάτω. Διαποτίζει τη διοίκηση, τους διευθυντές, τους μηχανισμούς, τις
υπηρεσίες, τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται ο απλός πολίτης. Όταν η
κορυφή μιλά με περιφρόνηση, η βάση διοικεί με αυθαιρεσία. Όταν η κορυφή δεν
ζητά ποτέ συγγνώμη, η διοίκηση μαθαίνει να μη λογοδοτεί. Όταν ο Πρωθυπουργός
δεν δέχεται ευθύνη, ο κάθε μικρός αξιωματούχος αισθάνεται κι αυτός
ανεξέλεγκτος. Και
εδώ βρίσκεται το πραγματικό αδιέξοδο της Αλβανίας. Από τη μία μια κυβέρνηση
που έχει μετατραπεί σε μηχανισμό εξουσίας με τεράστια φθορά. Από την άλλη μια
αντιπολίτευση που παραμένει βαριά τραυματισμένη από το δικό της παρελθόν και
από το πρόσωπο του Σαλί Μπερίσα. Δύο πολιτικοί πόλοι που συχνά προσβάλλουν τη
νοημοσύνη ενός λαού που έχει περάσει φτώχεια, απομόνωση, μετανάστευση,
ταπείνωση και ατελείωτες μεταβάσεις. Ο
αλβανικός λαός αξίζει καλύτερα. Αξίζει μια πολιτική που να μην τον φοβίζει με
εχθρούς. Αξίζει ηγεσίες που να μη χρησιμοποιούν την Ελλάδα ως άλλοθι. Αξίζει
δημόσιο λόγο που να αναγνωρίζει ότι η σχέση Ελλήνων και Αλβανών δεν είναι
σχέση ζήλιας, αλλά σχέση ζωής. Είναι σχέση οικογενειών, εργασίας, εμπορίου,
σπουδών, φιλίας, πίστης, κοινών δυσκολιών και κοινής καθημερινότητας. Γι’
αυτό η σημερινή ρητορική είναι επικίνδυνη. Όχι επειδή θα χαλάσει εύκολα τη
βαθιά σχέση των δύο κοινωνιών — αυτή είναι πολύ πιο δυνατή από τις δηλώσεις
των πολιτικών — αλλά επειδή δηλητηριάζει τον δημόσιο λόγο. Καλλιεργεί
καχυποψία εκεί όπου υπάρχει εμπειρία συνύπαρξης. Μετατρέπει την κριτική σε
εθνική απειλή. Κάνει τον πολίτη να φοβάται αντί να σκέφτεται. Η
Ελλάδα δεν είναι ο ένοχος για τα προβλήματα της Αλβανίας. Δεν φταίει η Ελλάδα
για τη διαφθορά. Δεν φταίει η Ελλάδα για την αλαζονεία της εξουσίας. Δεν
φταίει η Ελλάδα για τη βία ιδιωτικών φρουρών. Δεν φταίει η Ελλάδα όταν οι
πολίτες ζητούν σεβασμό, διαφάνεια και δικαιοσύνη. Η
ευθύνη βρίσκεται εκεί όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις. Στην κυβέρνηση. Στους
θεσμούς. Στην πολιτική τάξη. Στον τρόπο με τον οποίο η εξουσία αντιλαμβάνεται
τον εαυτό της. Και
όσο πιο γρήγορα το καταλάβει αυτό η Αλβανία, τόσο πιο ελεύθερη θα γίνει από
τα φαντάσματα του παρελθόντος. Διότι οι λαοί δεν σώζονται από ηγέτες που τους
φοβίζουν. Σώζονται όταν έχουν το θάρρος να κοιτάξουν την αλήθεια κατάματα. |
Çështja e Zvërnecit, dhuna e sigurisë private dhe
metoda e vjetër e “armikut të jashtëm” Çështja e Zvërnecit nuk është më vetëm një problem
investimi, mjedisi apo proteste lokale. Pas ngjarjeve të ditëve të fundit,
dhe sidomos pas qëndrimit publik të Kryeministrit Edi Rama, kjo çështje nxori
në pah diçka më të thellë: mënyrën se si pushteti shqiptar, kur vihet nën
presion nga krizat e brendshme, kthehet lehtësisht te skema e vjetër dhe e
njohur e “armikut të jashtëm”. Shkak u bë tensioni rreth projektit të madh turistik në
Zvërnec, i cili solli reagime, mobilizime lokale dhe një protestë paqësore
qytetare në Tiranë. Zemërim të veçantë shkaktoi edhe sjellja e punonjësve të
një kompanie private sigurie ndaj një protestuesi, ngjarje për të cilën vetë
Rama u detyrua të pranonte se sjellja e tyre ishte e dhunshme, ndërsa
kritikoi edhe Policinë e Vlorës se nuk reagoi menjëherë. Por, në vend që diskutimi publik të përqendrohej te
thelbi — te transparenca e investimit, te të drejtat e qytetarëve, te
qëndrimi i policisë, te funksionimi i institucioneve dhe te përgjegjësia e
shtetit — Kryeministri zgjodhi të hapte sërish kapitullin e njohur të
Greqisë. Në një fjalim për Zvërnecin, ai pyeti: “Si ka mundësi që gazetat e
Greqisë janë aleatët tuaj për mbrojtjen e mjedisit të Shqipërisë?” dhe shtoi
se gazetat greke “u mbushën” me çështjen e protestuesve, duke lënë të
nënkuptohej se “diçka nuk shkon” kur opinioni publik grek merret me një
çështje shqiptare. Kjo formulë nuk është e pafajshme. Nuk është thjesht
ironi politike. Është një përpjekje e qartë për të zhvendosur vëmendjen. Në
vend që të marrë përgjigje pyetja se çfarë ndodhi në Zvërnec, kush mban
përgjegjësi për dhunën, cilat janë kushtet e investimit dhe nëse qytetarët
kanë të drejtë të protestojnë, pesha zhvendoset diku tjetër: te “gazetat
greke”, te “zilia e fqinjit”, te një faktor i supozuar i jashtëm që gjoja
nxit, shfrytëzon ose forcon reagimin shoqëror shqiptar. Në të njëjtën frymë ishte edhe deklarata e Taulant
Ballës, i cili, duke iu referuar reagimeve nga Greqia për Zvërnecin, tha me
ironi se “komshiu ka zili komshiun” kur bëhet fjalë për investime të tilla.
Kështu, një çështje që i përket Shqipërisë, qytetarëve të saj, mjedisit të
saj, institucioneve të saj dhe sjelljes së mekanizmave shtetërorë e privatë
të sigurisë së saj, paraqitet papritur si çështje “shqetësimi grek”. Kjo është tragjike për një vend që dëshiron të
paraqitet si demokraci e pjekur evropiane. Edhe më tragjike është për një
Kryeministër që qeveris prej kaq shumë vitesh dhe megjithatë, sa herë gjendet
përballë një krize, e ka të vështirë të thotë të vetëkuptueshmen: “po, këtu
ka përgjegjësi; këtu duhet të kontrollohen institucionet; këtu duhet të japim
llogari”. Në vend të kësaj, rikthehet mjeti i vjetër: fajin e
kanë të tjerët. Fajin e kanë mediat. Fajin e kanë qytetarët që “u
manipuluan”. Fajin e kanë kundërshtarët. Dhe kur kriza prek zona apo
marrëdhënie të ndjeshme, fajin e ka edhe Greqia. Nuk është hera e parë që skena politike shqiptare e
përdor Greqinë si gogol të përshtatshëm. Thirrja e “armikut të jashtëm” ka
rrënjë të thella në kulturën politike që Shqipëria trashëgoi nga regjimi i
Enver Hoxhës. Për 45 vjet, shteti monist e mbajti shoqërinë në frikë, duke
paraqitur vazhdimisht armiq që kërcënonin atdheun. Kështu shmangte
vetëkritikën, fshihte dështimin e vet dhe e shndërronte çdo mosfunksionim të
brendshëm në pasojë të një komploti të huaj. Fatkeqësisht, kjo metodë nuk u zhduk bashkë me
regjimin. Ajo mbijeton, ndryshon formë dhe rikthehet sa herë që nevojitet.
Sot nuk përdoret me të njëjtin fjalor ideologjik, por funksionon me të
njëjtin mekanizëm: kur shoqëria reagon, kur ka skandale, kur institucionet
vihen nën presion, kur korrupsioni bëhet plagë publike, atëherë duhet një
“tjetër” mbi të cilin të ngarkohet përgjegjësia. Dhe Greqia shpesh ofrohet për këtë rol. Pavarësisht
faktit se prej 35 vitesh ai është vendi ku kanë punuar, kanë përparuar, kanë
studiuar dhe janë integruar qindra mijëra qytetarë shqiptarë. Pavarësisht
faktit se shoqëria greke, me të gjitha vështirësitë dhe kundërshtitë e saj, u
hapi dyert njerëzve që largoheshin nga varfëria, frika dhe izolimi i
Shqipërisë paskomuniste. Pavarësisht faktit se grekët dhe shqiptarët jetojnë
prej dekadash në një bashkëjetesë të përditshme, reale dhe shpesh
shembullore. Por kjo e vërtetë nuk i shërben propagandës. E vërteta
e jetës së përbashkët, e punës, e fqinjësisë, e miqësisë dhe e ndihmës së
ndërsjellë nuk u leverdis atyre që kanë nevojë për fantazma. Sepse fantazmat
janë të dobishme në politikë kur një pushtet nuk dëshiron të shohë veten në
pasqyrë. Dhe pasqyra sot është e rëndë për qeverinë Rama.
Shqipëria ka përjetuar vitet e fundit çështje të rënda korrupsioni, që prekin
nivele të larta qeveritare. Ish-zëvendëskryeministri Arben Ahmetaj u akuzua
nga SPAK për korrupsion, pastrim parash dhe fshehje pasurie në lidhje me
çështjen e inceneratorëve, ndërsa u largua nga vendi pas kërkesës për
arrestimin e tij. Belinda Balluku, ish-zëvendëskryeministre dhe ministre e
Infrastrukturës, u vu gjithashtu në qendër të hetimeve për tenderë publikë me
vlerë të madhe, me raportime ndërkombëtare se akuzohej për manipulim
tenderësh, ndërsa vetë ajo i mohon akuzat. Këto nuk janë propagandë greke. Nuk i krijuan gazetat greke. Nuk janë fantazi të
ndonjë “fqinji ziliqar”. Janë çështje që kanë zënë vend në drejtësinë
shqiptare, në lajmet ndërkombëtare dhe në vetë shoqërinë shqiptare. Dhe ato tregojnë se problemi nuk ndodhet jashtë vendit,
por brenda mënyrës se si ushtrohet pushteti. Prandaj edhe pamja e një Kryeministri që, në vend të
qëndrojë me seriozitet institucional përballë shoqërisë, zgjedh të paraqitet
si mbrojtësi i vetëm i popullit ndaj “të huajve”, është thellësisht
problematike. Fraza e tij se mendoi të shkonte në katundin e vet dhe t’i linte
qytetarët të zgjidhnin se kush do t’i mbronte nga të huajt, siç u transmetua
nga media shqiptare, lëviz pikërisht në këtë logjikë: unë jam roja juaj, unë
ju mbroj, pa mua jeni të ekspozuar. Kjo nuk është gjuhë demokratike. Është gjuha e kultit të individit. Është regjia e
vjetër politike e udhëheqësit që nuk përgjigjet për problemet, por kërkon
mirënjohje sepse gjoja po mban larg rreziqet. Mirëpo një vend nuk ka nevojë
për shpëtimtarë. Ka nevojë për institucione. Ka nevojë për llogaridhënie. Ka
nevojë për administratë që respekton qytetarin. Ka nevojë për polici që mbron
të dobëtin dhe nuk e lë në duart e dhunës private. Ka nevojë për qeveri që të
mos e quajë çdo reagim “nxitje”. Aroganca e pushtetit nuk mbetet kurrë vetëm në majë.
Ajo zbret poshtë. Përshkon administratën, drejtorët, mekanizmat, shërbimet,
mënyrën se si trajtohet qytetari i thjeshtë. Kur maja flet me përçmim, baza
drejton me arbitraritet. Kur maja nuk kërkon kurrë falje, administrata mëson
të mos japë llogari. Kur Kryeministri nuk pranon përgjegjësi, çdo zyrtar i
vogël ndihet edhe ai i pakontrollueshëm. Dhe këtu ndodhet ngërçi i vërtetë i Shqipërisë. Nga
njëra anë, një qeveri që është kthyer në mekanizëm pushteti me konsumim të
madh. Nga ana tjetër, një opozitë që mbetet e plagosur rëndë
nga e kaluara e saj dhe nga figura e Sali Berishës. Dy pole politike që
shpesh fyejnë inteligjencën e një populli që ka kaluar varfëri, izolim,
emigracion, poshtërim dhe tranzicion të pafundëm. Populli shqiptar meriton më mirë. Meriton një politikë që të mos e frikësojë me armiq.
Meriton udhëheqje që të mos e përdorin Greqinë si alibi. Meriton një ligjërim
publik që pranon se marrëdhënia mes grekëve dhe shqiptarëve nuk është
marrëdhënie zilie, por marrëdhënie jete. Është marrëdhënie familjesh, pune,
tregtie, studimesh, miqësie, besimi, vështirësish të përbashkëta dhe
përditshmërie të përbashkët. Prandaj retorika e sotme është e rrezikshme. Jo sepse
mund ta prishë lehtë marrëdhënien e thellë të dy shoqërive — kjo është shumë
më e fortë se deklaratat e politikanëve — por sepse helmon ligjërimin publik.
Kultivon dyshim aty ku ka përvojë bashkëjetese. E kthen kritikën në kërcënim
kombëtar. E bën qytetarin të ketë frikë në vend që të mendojë. Greqia nuk është fajtore për problemet e Shqipërisë.
Nuk e ka fajin Greqia për korrupsionin. Nuk e ka fajin Greqia për arogancën e
pushtetit. Nuk e ka fajin Greqia për dhunën e rojeve private. Nuk e ka fajin
Greqia kur qytetarët kërkojnë respekt, transparencë dhe drejtësi. Përgjegjësia ndodhet aty ku merren vendimet. Te
qeveria. Te institucionet. Te klasa politike. Te mënyra se si pushteti e
kupton vetveten. Dhe sa më shpejt ta kuptojë këtë Shqipëria, aq më e
lirë do të bëhet nga fantazmat e së kaluarës. Sepse popujt nuk shpëtohen nga
udhëheqës që i frikësojnë. Popujt shpëtohen kur kanë guximin ta shohin të
vërtetën në sy. Dr. Th. B Për Pelasgos Koritsas |
Για το Πελασγό Κορυτσάς
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου