|
Αρκετά χρόνια μετά τη λήξη του
Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου και τα αλβανικά αρχεία παρέχουν σπάνιο αρχειακό
υλικό για τις εξελίξεις της περιόδου αυτής. Το καλοκαίρι του 1949 και ενώ η
τύχη του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου είχε εν πολλοίς κριθεί, η αλβανική κομμουνιστική
ηγεσία επιχειρούσε με κάθε τρόπο να ανταποκριθεί στις αιτήσεις των ελλήνων
κομμουνιστών και να βοηθήσει τον αντάρτικο αγώνα, σύμφωνα με τις υποδείξεις
της Μόσχας και του Βελιγραδίου, αλλά χωρίς η βοήθεια αυτή να γίνει ευρύτερα
αντιληπτή και να υπονομεύσει την ασφάλεια και την εδαφική ακεραιότητα της
χώρας. Και αυτό διότι από τις αρχές Απριλίου
1949 η ελληνική κυβέρνηση, με υπόμνημά της προς τις Δυτικές Δυνάμεις,
διατύπωνε την ανάγκη μιας κοινής συμμαχικής ναυτικής απόβασης στην Αλβανία με
στόχο την εξόντωση των αντάρτικων βάσεων στο εσωτερικό της χώρας, πλην αυτό
δεν έβρισκε δεκτικούς τους δυτικούς συμμάχους. Στην Αλβανία ήταν
εγκατεστημένος μεγάλος αριθμός σοβιετικών αξιωματούχων ενώ σοβιετικά εμπορικά
και στρατιωτικά πλοία εφοδίαζαν την Αλβανία και, στη συνέχεια, το αντάρτικο
μέτωπο. Η Αλβανία εξακολουθούσε να αποτελεί την κύρια βάση ανεφοδιασμού στον
αγώνα των ανταρτών. Στα τέλη Ιουλίου 1949 και ενώ η
απόφαση του Βελιγραδίου για κλείσιμο της μεθορίου με την Ελλάδα είχε
ανακουφίσει σημαντικά τόσο την Αθήνα όσο και τη Δύση, η ελληνική κυβέρνηση
επέμενε φορτικά στις θέσεις της για εισβολή στην Αλβανία. Τότε ακριβώς, και
ενώ όλα έβαιναν δυσμενώς για τους έλληνες κομμουνιστές και η τύχη του
Εμφυλίου είχε οριστικά κριθεί, ο αμετροεπής και αλαζών Νίκος Ζαχαριάδης
ζητούσε πεισματικά από τους αλβανούς κομμουνιστές την κλιμάκωση της βοήθειας
προς τους αντάρτες. Καινούργια στοιχεία που έρχονται στο φως της δημοσιότητας
από τα αλβανικά αρχεία κάνουν λόγο για μυστικές συναντήσεις εκείνης της
περιόδου μεταξύ των δυο κομουνιστών ηγετών σε αλβανικό έδαφος κατά μήκος της
μεθορίου. Μια τέτοια συνάντηση, η οποία για
πρώτη φορά έρχεται στο φως από τα αλβανικά κρατικά αρχεία, είναι αυτή της 2ας
Ιουλίου 1949 στην Κορυτσά. Υστερα από απεγνωσμένες εκκλήσεις του Ν.
Ζαχαριάδη, και αφού είχε πρώτα φροντίσει να ενημερώσει τη Μόσχα, ο αλβανός
κομμουνιστής ηγέτης Ε. Χότζα δέχτηκε τον Ν. Ζαχαριάδη σε μια άκρως μυστική
συνάντηση στην Κορυτσά, ενώ βρισκόταν σε διακοπές στο Πόγραδετς. Η συνάντηση
προετοιμάστηκε με απόλυτη μυστικότητα από αλβανούς αξιωματούχους της
ασφάλειας, ενώ παρέστη ως διερμηνέας ο έλληνας Βορειοηπειρώτης, ανώτατος
αξιωματούχος της Αλβανικής Ασφάλειας, Γιώργος Κώτσιας. Ο Ζαχαριάδης ζήτησε
από τον Χότζα χωρίς περιστροφές να επιτραπεί η είσοδος των ελλήνων ανταρτών
στην Αλβανία, να εξοπλιστούν και στη συνέχεια να προωθηθούν στο μέτωπο του
πολέμου. Αυτό όμως εγκυμονούσε τεράστιους κινδύνους για την ίδια την Αλβανία
και την ακεραιότητά της, αφού η ηγεσία των Τιράνων, μέσω ισχυρού δικτύου
κατασκοπείας, είχε ενημερωθεί για τα σχέδια της Αθήνας. Ο Ε. Χότζα ήταν κατηγορηματικός: «Οχι,
εγώ σας εξόπλισα, εγώ και θα σας αφοπλίσω, και κανένα πόδι ελλήνων ανταρτών
δεν θα εισέρθει επί αλβανικού εδάφους. Δεν επιθυμώ επ’ ουδενί μια ένοπλη
σύρραξη μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας! Σε βοήθησα πολύ, πέραν του δέοντος. Γι’
αυτό ενημέρωσα και τον Στάλιν!». Υψωσε τη φωνή και χτύπησε το τραπέζι με τη
γροθιά του. Τα λόγια αυτά μεταφέρει αυτήκοος μάρτυρας στη συνάντηση. Τον
συντονισμό της παροχής βοήθειας προς τους έλληνες αντάρτες αλλά και τη
διαχείριση του περίπλοκου ελληνικού ζητήματος στην Αλβανία είχε αναλάβει
ειδική υπηρεσία με τον κωδικό «Επιχείρηση 10», υπό τον αναπληρωτή υπουργό
Εσωτερικών Μιφτάρ Τάρε, ο οποίος διηγείται με κάθε λεπτομέρεια τα γεγονότα
της εποχής. «Εσείς μας κρατήσατε ζωντανούς!» Είχαν προηγηθεί και άλλες συναντήσεις
αλβανών υψηλόβαθμων αξιωματούχων με έλληνες κομμουνιστές, όπως εκείνη του
Νοεμβρίου 1948 στα Τίρανα, στα πλαίσια των εργασιών του πρώτου Συνεδρίου του
Κομμουνιστικού Κόμματος της Αλβανίας. Προσκεκλημένοι των Αλβανών ήταν οι Γ.
Ιωαννίδης και Β. Μπαρτζώτας. Οι έλληνες προσκεκλημένοι, μέσω επευφημιών,
έλαβαν τον λόγο και εξύμνησαν τους αλβανούς κομμουνιστές, χωρίς να αναφέρουν
επίσημα τη βοήθεια προς τους αντάρτες. Ωστόσο, σε κατ’ ιδίαν συναντήσεις και
οι δυο τους εξέφραζαν την ευγνωμοσύνη τους για τη στάση των αλβανών
κομμουνιστών. Ο επίσης έλληνας βορειοηπειρώτης διερμηνέας Χρήστος Βώκος, ο
οποίος παρέστη στις συναντήσεις αυτές, μεταφέρει με πιστότητα τις ευχαριστίες
του Μπαρτζώτα προς τους Αλβανούς: «Εσείς μας κρατήσατε ζωντανούς!». Μετρήσιμος παράγοντας και ακανθώδες
ζήτημα που περιέπλεκε ακόμα περισσότερο τα πράγματα και τις ήδη προβληματικές
σχέσεις μεταξύ των δύο αδελφών κομμουνιστικών κομμάτων ήταν και η παρουσία
των μουσουλμάνων Τσάμηδων, οι οποίοι είχαν καταφύγει στην Αλβανία στα τέλη
του 1944 και αρχές του 1945. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία που τώρα
έρχονται στο φως της δημοσιότητας (αρχεία που αποχαρακτηρίστηκαν πρόσφατα),
στα τέλη Μαρτίου 1949 και ύστερα από (απερίσκεπτη) προτροπή των ελλήνων
κομουνιστών ηγετών, οι οποίοι ζητούσαν την επαναπροώθηση των Τσάμηδων στην
Ελλάδα και την επιστράτευσή τους δίπλα στον Δημοκρατικό Στρατό, σε
αποκλειστική συνάντηση του Πολιτικού Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος
Αλβανίας, το θέμα συζητήθηκε με την προσήκουσα προσοχή. Για την υπόθεση αυτή
είχε ενημερωθεί, με τη σειρά του, και ο Τίτο με τον Στάλιν (σύμφωνα με τα
γιουγκοσλαβικά αρχεία) από το 1947, πλην όμως ο Ε. Χότζα ήταν
κατηγορηματικός: Η πλειοψηφία των μουσουλμάνων Τσάμηδων είναι αρνητική σε
τέτοιο ενδεχόμενο και μόνον προβλήματα θα προκαλούσε μια τέτοια ενέργεια! Η στρατολόγηση των Τσάμηδων Στη συνάντηση αυτή επικράτησαν δυο
απόψεις: η πρώτη, η βιαία στρατολόγηση των Τσάμηδων και η αποστολή τους στο
ελληνικό μέτωπο, και η δεύτερη, η επιλεκτική οικειοθελής επιστράτευση και
αποστολή τους στο μέτωπο. Την πρόταση της βιαίας στρατολόγησης εξέφραζαν
συγκεκριμένα στοιχεία της τσάμικης κοινότητας οι οποίοι διεμήνυσαν «να γίνει
βίαιη στρατολόγηση και να ληφθούν κάποια μέτρα κατά των αντιδραστικών
στοιχείων». Ως προς τη δεύτερη εκδοχή, μόνον τριάντα άτομα από τη
συγκεκριμένη κοινότητα είχαν εκφράσει την επιθυμία να στρατολογηθούν και να
αποσταλούν στο μέτωπο. Για την πρώτη εκδοχή ούτε καν έγινε κάποια
συγκεκριμένη προσπάθεια, αν εξαιρεθούν δυο-τρεις μεμονωμένες απόπειρες βίαιων
απαγωγών. Ετσι, ούτε η μεν ούτε η δε επιλογή καρποφόρησε. Στις εκκλήσεις αυτές
των αλβανών και ελλήνων αξιωματούχων, οι τσάμηδες πρόσφυγες απαντούσαν ότι
«δεν εμπιστευόμαστε τους Ελληνες, επιθυμούμε να μείνουμε στην Αλβανία ή,
αλλιώς, αφήστε μας να πάμε στην Τουρκία, την Τσαμουριά δεν την αγαπούμε». Χαρακτηριστικό είναι ότι οι αλβανοί
παράγοντες τόνισαν ότι η όποια προσπάθεια να γίνει σε συνθήκες απόλυτου
σκότους, «να μη φανεί το χέρι μας, όλα να γίνουν νύχτα!». Και ότι για όλα
πρέπει να ζητηθεί η συγκατάθεση των Σοβιετικών. Μάλιστα, στη συνάντηση αυτή
επικράτησε η άποψη να ληφθούν σκληρά μέτρα εναντίων των Τσάμηδων οι οποίοι
διασύρουν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας και αυτό να γίνει με απόλυτη
μυστικότητα, «εν μία νυκτί», καθώς αυτοί είναι ξένοι υπήκοοι (!) Συζητήθηκε
δε ένα πογκρόμ κατά των ταραχοποιών και αυτό αποτέλεσε το έναυσμα για ό,τι
επακολούθησε μετά τις απηνείς διώξεις του τσάμικου στοιχείου από το
κομουνιστικό καθεστώς της Αλβανίας, το οποίο διώχθηκε με την κατηγορία της
κατασκοπείας υπέρ της Ελλάδας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Το τέλος του δράματος Και ενώ στην Αλβανία διαμορφωνόταν
αυτό το σκηνικό, με τις διαβουλεύσεις για την προσεκτική στάση έναντι του
ελληνικού ζητήματος και ιδίως για την ασφάλεια και την εδαφική ακεραιότητα
της χώρας και, παρά τις αμερικανικές κατηγορηματικές αντιρρήσεις για τις
ελληνικές πρωτοβουλίες, η 9η Μεραρχία του Στρατού απέκοψε τη διάβαση του
Πόρτα Οσμάν που ήταν η κύρια πύλη επικοινωνίας του Γράμμου με την Αλβανία και
μπήκε στο αλβανικό έδαφος. Αυτό σήμανε και το τέλος του Εμφυλίου. Στις 28
Αυγούστου ο Νίκος Ζαχαριάδης έδωσε εντολή για γενική υποχώρηση στην Αλβανία
από άλλη διάβαση, παρά τη σθεναρή άρνηση της αλβανικής ηγεσίας. Αυτή τη φορά
η υποχώρηση ήταν οριστική. Ο Ελληνικός Εμφύλιος έκλεινε έτσι το τελευταίο
κεφάλαιο. *Ο κ. Σταύρος Γ. Ντάγιος είναι
διδάκτωρ Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. ΠΗΓΗ: TO
BHMA |
Mjaft vite pas përfundimit të Luftës
Civile Greke, edhe arkivat shqiptare ofrojnë material të rrallë arkivor për
zhvillimet e asaj periudhe. Në verën e vitit 1949, ndërkohë që fati i Luftës
Civile Greke ishte përcaktuar në masë të madhe, udhëheqja komuniste shqiptare
përpiqej me çdo mënyrë t’u përgjigjej kërkesave të komunistëve grekë dhe të
ndihmonte luftën partizane, sipas udhëzimeve të Moskës dhe të Beogradit, por
pa u bërë kjo ndihmë gjerësisht e dukshme dhe pa cenuar sigurinë dhe
integritetin territorial të vendit. Kjo ndodhte sepse, që nga fillimi i
prillit 1949, qeveria greke, me një memorandum drejtuar Fuqive Perëndimore,
shtronte nevojën për një zbarkim të përbashkët detar aleat në Shqipëri, me
qëllim asgjësimin e bazave partizane brenda vendit; megjithatë kjo nuk gjente
mbështetje te aleatët perëndimorë. Në Shqipëri ishte vendosur një numër i
madh zyrtarësh sovjetikë, ndërsa anije tregtare dhe ushtarake sovjetike
furnizonin Shqipërinë dhe, më pas, frontin partizan. Shqipëria vazhdonte të
ishte baza kryesore e furnizimit në luftën e partizanëve. Në fund të korrikut 1949, ndërsa
vendimi i Beogradit për mbylljen e kufirit me Greqinë kishte lehtësuar
ndjeshëm si Athinën, ashtu edhe Perëndimin, qeveria greke këmbëngulte me
forcë në qëndrimet e saj për ndërhyrje ushtarake në Shqipëri. Pikërisht atëherë,
kur gjithçka po shkonte keq për komunistët grekë dhe fati i Luftës Civile
ishte përcaktuar përfundimisht, Nikos Zahariadhis, i pakujdesshëm dhe
arrogant, kërkonte me këmbëngulje nga komunistët shqiptarë përshkallëzimin e
ndihmës ndaj partizanëve. Të dhëna të reja që dalin në dritë nga arkivat
shqiptare flasin për takime të fshehta të asaj periudhe midis dy udhëheqësve
komunistë në territorin shqiptar, përgjatë kufirit. Një takim i tillë, që për herë të parë
del në dritë nga arkivat shtetërore shqiptare, është ai i 2 korrikut 1949 në
Korçë. Pas thirrjeve të dëshpëruara të N. Zahariadhisit dhe pasi ishte
kujdesur më parë të informonte Moskën, udhëheqësi komunist shqiptar E. Hoxha
pranoi N. Zahariadhisin në një takim tepër të fshehtë në Korçë, ndërkohë që
ndodhej me pushime në Pogradec. Takimi u përgatit me fshehtësi absolute nga
zyrtarë shqiptarë të Sigurimit, ndërsa si përkthyes mori pjesë greku
vorioepirot, zyrtar i lartë i Sigurimit Shqiptar, Gjergj Kocia. Zahariadhis i
kërkoi Hoxhës hapur, pa doreza, që të lejohej hyrja e partizanëve grekë në
Shqipëri, të armatoseshin dhe më pas të dërgoheshin në frontin e luftës.
Mirëpo kjo mbartte rreziqe të mëdha për vetë Shqipërinë dhe integritetin e
saj, pasi udhëheqja e Tiranës, përmes një rrjeti të fuqishëm spiunazhi, ishte
informuar për planet e Athinës. E. Hoxha ishte kategorik: Ai ngriti
zërin dhe goditi tryezën me grusht. Këto fjalë i përcjell një dëshmitar që i
dëgjoi vetë në takim. Koordinimin e dhënies së ndihmës për partizanët grekë,
por edhe menaxhimin e çështjes së ndërlikuar greke në Shqipëri, e kishte
marrë përsipër një shërbim i posaçëm me emrin e koduar “Operacioni 10”, nën
drejtimin e zëvendësministrit të Brendshëm, Miftar Tare, i cili rrëfen me
hollësi ngjarjet e asaj periudhe. “Ju na
mbajtët gjallë!” Më parë
kishin ndodhur edhe takime të tjera të zyrtarëve të lartë shqiptarë me
komunistët grekë, si ai i nëntorit 1948 në Tiranë, në kuadër të punimeve të
Kongresit të Parë të Partisë Komuniste të Shqipërisë. Të ftuar nga shqiptarët
ishin G. Joanidhis dhe V. Barxhotas. Mysafirët grekë, mes brohoritjeve, morën
fjalën dhe lavdëruan komunistët shqiptarë, pa përmendur zyrtarisht ndihmën
për partizanët. Megjithatë, në takime private, të dy shprehnin mirënjohjen e
tyre për qëndrimin e komunistëve shqiptarë. Edhe përkthyesi grek vorioepirot,
Hristos Vokos, i cili mori pjesë në këto takime, përcjell me besnikëri
falënderimet e Barxhotasit drejtuar shqiptarëve: “Ju na
mbajtët gjallë!” Një
faktor i matshëm dhe një çështje e mprehtë, që i ndërlikonte edhe më shumë
gjërat dhe marrëdhëniet tashmë problematike midis dy partive komuniste
“vëllazërore”, ishte prania e çamëve myslimanë, të cilët kishin gjetur
strehim në Shqipëri në fund të vitit 1944 dhe në fillim të vitit 1945. Sipas të
dhënave të fundit që tani dalin në dritë — arkiva të deklasifikuara kohët e
fundit — në fund të marsit 1949 dhe pas një nxitjeje të pakujdesshme nga
udhëheqësit komunistë grekë, të cilët kërkonin rikthimin e çamëve në Greqi
dhe mobilizimin e tyre në krah të Ushtrisë Demokratike, në një mbledhje të
posaçme të Byrosë Politike të Partisë Komuniste të Shqipërisë, çështja u
diskutua me kujdesin e duhur. Për këtë çështje ishte informuar, nga ana e
tij, edhe Titoja bashkë me Stalinin, sipas arkivave jugosllave, që nga viti
1947. Megjithatë, E. Hoxha ishte kategorik: shumica e çamëve myslimanë ishte
kundër një mundësie të tillë dhe një veprim i tillë do të shkaktonte vetëm
probleme. Rekrutimi
i çamëve Në atë
takim mbizotëruan dy pikëpamje: e para, rekrutimi i dhunshëm i çamëve dhe
dërgimi i tyre në frontin grek; e dyta, mobilizimi i përzgjedhur vullnetar
dhe dërgimi i tyre në front. Propozimin për rekrutim të dhunshëm e shprehnin
elementë të caktuar të komunitetit çam, të cilët kishin përcjellë mesazhin
“të bëhet rekrutim i dhunshëm dhe të merren disa masa kundër elementëve
reaksionarë”. Sa i përket variantit të dytë, vetëm tridhjetë persona nga ky
komunitet kishin shprehur dëshirën të rekrutoheshin dhe të dërgoheshin në
front. Për
variantin e parë nuk u bë as ndonjë përpjekje konkrete, me përjashtim të
dy-tri përpjekjeve të veçuara për rrëmbime të dhunshme. Kështu, as njëra dhe
as tjetra zgjidhje nuk dha rezultat. Ndaj këtyre thirrjeve të zyrtarëve
shqiptarë dhe grekë, refugjatët çamë përgjigjeshin se “nuk u besojmë grekëve,
dëshirojmë të qëndrojmë në Shqipëri ose, ndryshe, na lini të shkojmë në
Turqi; Çamërinë nuk e duam”. Karakteristike
është se faktorët shqiptarë theksuan se çdo përpjekje duhej bërë në kushte
fshehtësie absolute, “të mos duket dora jonë, gjithçka të bëhet natën!”. Dhe
se për çdo gjë duhej kërkuar pëlqimi i sovjetikëve. Madje, në atë takim
mbizotëroi mendimi që të merreshin masa të ashpra kundër çamëve që
diskreditonin Partinë Komuniste të Greqisë, dhe kjo të bëhej me fshehtësi
absolute, “brenda një nate”, pasi ata ishin shtetas të huaj. U diskutua edhe
një pogrom kundër elementëve problematikë dhe kjo u bë nxitja për atë që
pasoi më vonë, pas përndjekjeve të pamëshirshme të elementit çam nga regjimi
komunist i Shqipërisë, i cili u persekutua me akuzën e spiunazhit në favor të
Greqisë dhe të Shteteve të Bashkuara. Fundi
i dramës Ndërkohë
që në Shqipëri po krijohej ky skenar, me konsultimet për një qëndrim të
kujdesshëm ndaj çështjes greke dhe veçanërisht ndaj sigurisë dhe integritetit
territorial të vendit, pavarësisht kundërshtimeve kategorike amerikane ndaj
nismave greke, Divizioni i 9-të i Ushtrisë preu kalimin e Porta Osmanit, që
ishte porta kryesore e komunikimit të Gramozit me Shqipërinë, dhe hyri në
territorin shqiptar. Kjo shënoi edhe fundin e Luftës Civile. Më 28
gusht, Nikos Zahariadhis dha urdhër për tërheqje të përgjithshme në Shqipëri
nga një kalim tjetër, pavarësisht refuzimit të vendosur të udhëheqjes
shqiptare. Këtë herë tërheqja ishte përfundimtare. Lufta Civile Greke mbyllte
kështu kapitullin e saj të fundit. Z. Stavros G. Dagios është doktor i
Historisë në Universitetin Aristotel të Selanikut. Burimi: To Vima |
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου