Σελίδες

Έρευνα: Η θρησκευτική πίστη παραμένει ζωντανή στην Αλβανία! Studimi: besimi fetar mbetet i gjallë në Shqipëri

 

Foto UGO


Η πίστη στην Αλβανία: οι αριθμοί δείχνουν ότι η πνευματική φροντίδα παραμένει αναγκαία

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η πλειονότητα των Αλβανών διατηρεί δεσμό με τη θρησκεία, όμως η πρακτική εφαρμογή της πίστης παραμένει περιορισμένη και απαιτεί βαθύτερη πνευματική μέριμνα.

Η θρησκευτική πίστη εξακολουθεί να είναι παρούσα στην αλβανική κοινωνία, παρότι οι δεκαετίες του κρατικού αθεϊσμού άφησαν εμφανή ίχνη στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν τη θρησκεία.

Στατιστική μελέτη, η οποία υποστηρίχθηκε από το Konrad-Adenauer-Stiftung και πραγματοποιήθηκε από τους Bashkim Shehu και Eduard Zaloshnja, δείχνει ότι το 59% των ερωτηθέντων δηλώνει πως πιστεύει πλήρως σε μια συγκεκριμένη θρησκεία, ανεξάρτητα από την οικογενειακή του προέλευση. Παράλληλα, το 33,8% δηλώνει ότι πιστεύει στον Θεό, αλλά όχι σε μια συγκεκριμένη θρησκεία, ενώ το 7,2% δηλώνει άθεο ή αγνωστικιστές.

Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, το 36% των ερωτηθέντων ταυτίζεται με τον κύριο μουσουλμανικό κλάδο σουνίτες, το 8% ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί, το 7,9% ως Καθολικοί, το 5,2% ως Μπεκτασήδες και το 1,3% ως Προτεστάντες ή άλλοι Χριστιανοί. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η Αλβανία παραμένει χώρα με ποικιλόμορφη θρησκευτική σύνθεση, όπου η συνύπαρξη μεταξύ των θρησκευμάτων αποτελεί σημαντικό στοιχείο της κοινωνικής ζωής.

Ωστόσο, η μελέτη αναδεικνύει και μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην οικογενειακή καταγωγή και την προσωπική πίστη. Το 70% των Αλβανών έχει οικογενειακή μουσουλμανική προέλευση, ενώ η τακτική άσκηση αυτής της θρησκείας είναι πολύ χαμηλότερη. Τα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι το 14,3% έχει οικογενειακή ορθόδοξη προέλευση, ενώ το 8% δηλώνει Ορθόδοξο σύμφωνα με τις προσωπικές του πεποιθήσεις.

Η διαφορά αυτή έχει σημασία και για την Ορθόδοξη Εκκλησία, διότι η θρησκευτική ταυτότητα που κληρονομείται από την οικογένεια δεν αρκεί από μόνη της για να κρατήσει ζωντανή τη ζωή της πίστης. Χρειάζεται κατήχηση, συμμετοχή στην πνευματική ζωή και στα Μυστήρια της Εκκλησίας· με άλλα λόγια, σύνδεση με την ενορία και προσωπική εμπειρία της εκκλησιαστικής ζωής.

Μόνο το 21,7% των ερωτηθέντων πηγαίνει τουλάχιστον μία φορά τον μήνα σε εκκλησία, τζαμί, τεκέ ή άλλο τόπο λατρείας. Ενώ μόλις το 6,8% μπορεί να θεωρηθεί βαθιά θρησκευόμενο, σύμφωνα με ορισμένους συνδυαστικούς δείκτες: εβδομαδιαία συμμετοχή στη λατρεία, πίστη στο θέλημα του Θεού, στη δημιουργία του ανθρώπου από τον Θεό, στη ζωή μετά τον θάνατο και στην κρίση της ψυχής.

Αυτό δείχνει ότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι απλώς αν οι Αλβανοί πιστεύουν ή όχι. Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι το βάθος της πίστης και ο τρόπος με τον οποίο αυτή γίνεται μέρος της καθημερινής ζωής. Ένας άνθρωπος μπορεί να λέει ότι πιστεύει, αλλά να μην έχει τακτική σχέση με την προσευχή, τις ακολουθίες, τα Μυστήρια και την κοινότητα της Εκκλησίας.

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία στην Αλβανία, αυτό είναι ένα σαφές μήνυμα: το πνευματικό έργο δεν τελειώνει με την ανέγερση ναών και θεσμών. Απαιτείται συνεχής φροντίδα για την πνευματική διαμόρφωση των πιστών, ιδιαίτερα των παιδιών, των νέων και των οικογενειών.

Η Αλβανία υπήρξε μια ιδιαίτερη περίπτωση στην παγκόσμια ιστορία: από το 1967 έως το 1990 η θρησκεία απαγορεύτηκε με νόμο. Κατά την περίοδο εκείνη, όχι μόνο η τέλεση θρησκευτικών τελετών, αλλά ακόμη και η έκφραση της πίστης μπορούσε να τιμωρηθεί ποινικά.

Παρόλα αυτά, ο κρατικός αθεϊσμός δεν κατάφερε να ξεριζώσει τη θρησκεία. Σχεδόν το 40% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι οι ίδιοι, οι γονείς ή οι παππούδες τους συνέχισαν να τελούν κρυφά θρησκευτικές τελετές ακόμη και την εποχή που αυτό τιμωρούνταν από το κράτος.

Περίπου το 79% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι δεν θα είχε πρόβλημα αν ένα μέλος της οικογένειάς του παντρευόταν ή συμβίωνε με κάποιον από διαφορετική θρησκευτική προέλευση. Οι γάμοι ή οι συμβιώσεις μεταξύ ανθρώπων διαφορετικής θρησκευτικής προέλευσης αποτελούν το 21,5% του συνόλου.

Αυτό είναι σημαντική αξία για την Αλβανία, διότι η διαθρησκειακή συνύπαρξη δεν πρέπει να θεωρείται αποδυνάμωση της πίστης, αλλά δυνατότητα σεβασμού και ειρήνης. Ιδιαίτερα για τον Ορθόδοξο Χριστιανό, ο σεβασμός προς τον άλλον δεν σημαίνει απώλεια ταυτότητας, αλλά έκφραση αγάπης και ευθύνης.

Από την άλλη πλευρά, η μελέτη δείχνει ότι ένα μέρος των ανθρώπων που δεν πιστεύουν σε μια συγκεκριμένη θρησκεία πηγαίνουν σε τόπους λατρείας με την ελπίδα ότι αυτό μπορεί να τους βοηθήσει σε προβλήματα ζωής ή υγείας. Αυτό δείχνει ότι η πνευματική ανάγκη του ανθρώπου παραμένει παρούσα, ακόμη και όταν δεν εκφράζεται με σαφή θρησκευτική μορφή.

Ακριβώς εδώ η Εκκλησία έχει μεγάλη αποστολή. Καλείται να συναντήσει τον άνθρωπο που αναζητά νόημα, θεραπεία και ειρήνη. Οφείλει να βοηθήσει ώστε η πίστη να μη μείνει μακρινή παράδοση, οικογενειακή ανάμνηση ή ασαφής αναζήτηση, αλλά να γίνει ζωντανή σχέση με τον Χριστό.

Τα στοιχεία για την πίστη στην Αλβανία δείχνουν μια σύνθετη πραγματικότητα. Η θρησκεία δεν εξαφανίστηκε, αλλά η πνευματική άσκηση παραμένει αδύναμη. Η διαθρησκειακή ανοχή είναι ισχυρή, αλλά η σύνδεση του ανθρώπου με τη θρησκευτική κοινότητα χρειάζεται εμβάθυνση. Η οικογενειακή προέλευση εξακολουθεί να έχει βάρος, αλλά δεν αρκεί χωρίς προσωπική εμπειρία.

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, αυτό είναι πρόσκληση για πιο προσεκτική εργασία στις ενορίες, στην κατήχηση, στα σχολεία, στις οικογένειες και στα μέσα ενημέρωσης. Η πίστη πρέπει να μεταδίδεται όχι μόνο ως πολιτιστική κληρονομιά, αλλά ως ζωή, προσευχή, συμμετοχή και μαρτυρία.

Ύστερα από έναν αιώνα πληγών, απαγορεύσεων και αναγέννησης, η Αλβανία εξακολουθεί να έχει ανάγκη να κατανοήσει βαθύτερα τη θέση της πίστης στη ζωή της. Οι αριθμοί δείχνουν ότι η πνευματική γη δεν είναι έρημη. Χρειάζεται όμως φροντίδα, καλλιέργεια και κυρίως το φως του Ευαγγελίου.

UGO

 

Të dhënat tregojnë se shumica e shqiptarëve ruajnë lidhje me fenë, por praktikimi mbetet i kufizuar dhe kërkon përkujdesje më të thellë shpirtërore.

Besimi fetar vazhdon të jetë i pranishëm në shoqërinë shqiptare, edhe pse dekadat e ateizmit shtetëror kanë lënë pasoja të dukshme në mënyrën si njerëzit e jetojnë fenë.

Një studim statistikor i mbështetur nga Konrad-Adenauer-Stiftung dhe i realizuar nga Bashkim Shehu dhe Eduard Zaloshnja tregon se 59% e të anketuarve deklarojnë se besojnë plotësisht në një fe të caktuar, pavarësisht prejardhjes familjare. Ndërkohë, 33.8% thonë se besojnë në Zot, por jo në një fe të veçantë, ndërsa 7.2% deklarohen ateistë ose agnostikë.

Sipas të njëjtit studim, 36% e të anketuarve identifikohen me degën kryesore myslimane, 8% si të krishterë orthodhoksë, 7.9% si katolikë, 5.2% si bektashinj dhe 1.3% si protestantë ose të krishterë të tjerë. Këto shifra tregojnë se Shqipëria mbetet një vend me përbërje të larmishme fetare, ku bashkëjetesa ndërmjet besimeve është një element i rëndësishëm i jetës shoqërore.

Por studimi nxjerr në pah edhe një dallim të madh mes përkatësisë familjare dhe besimit personal. 70% e shqiptarëve kanë origjinë familjare myslimane, ndërsa praktikimi i rregullt i kësaj feje është shumë më i ulët. Të dhënat tregojnë gjithashtu se 14.3% kanë origjinë familjare orthodhokse, ndërsa 8% deklarohen orthodhoksë sipas bindjeve personale.

Kjo diferencë ka rëndësi edhe për Kishën Orthodhokse pasi identiteti fetar i trashëguar nga familja nuk mjafton vetvetiu për të mbajtur të gjallë jetën e besimit. Ai ka nevojë për katekizim, pjesëmarrje në jetën shpirtërore dhe Misteret e Kishës pra thënë ndryshe, lidhje me famullinë dhe përvojë personale të jetës kishtare.

Vetëm 21.7% e të anketuarve shkojnë të paktën një herë në muaj në kishë, xhami, teqe ose vend tjetër kulti. Ndërsa vetëm 6.8% mund të konsiderohen besimtarë të thellë, sipas disa treguesve të bashkuar: pjesëmarrje javore në adhurim, besim në vullnetin e Perëndisë, në krijimin e njeriut nga Zoti, në jetën pas vdekjes dhe në gjykimin e shpirtit.

Kjo tregon se problemi kryesor nuk është thjesht nëse shqiptarët besojnë apo jo. Sfida më e madhe është thellësia e besimit dhe mënyra si ai bëhet pjesë e jetës së përditshme. Një njeri mund të thotë se beson, por të mos ketë lidhje të rregullt me lutjen, shërbesat, sakramentet dhe bashkësinë e Kishës.

Për Kishën Orthodhokse në Shqipëri, ky është një mesazh i qartë, puna  shpirtërore nuk mbaron me ndërtimin e kishave dhe institucioneve. Nevojitet një kujdes i vazhdueshëm për formimin shpirtëror të besimtarëve, sidomos të fëmijëve, të rinjve dhe familjeve.

Shqipëria ishte një rast i veçantë në historinë botërore: nga viti 1967 deri në vitin 1990 feja u ndalua me ligj. Gjatë asaj periudhe, jo vetëm ushtrimi i riteve fetare, por edhe shprehja e besimit mund të dënohej penalisht.

Megjithatë, ateizmi shtetëror nuk arriti ta çrrënjosë fenë. Gati 40% e të anketuarve deklarojnë se ata vetë, prindërit ose gjyshërit e tyre vazhduan të kryenin fshehurazi rite fetare edhe në kohën kur kjo dënohej nga shteti. 

Rreth 79% e të anketuarve deklarojnë se nuk do ta kishin problem që një pjesëtar i familjes të martohej ose të bashkëjetonte me dikë nga një prejardhje tjetër fetare. Martesat ose bashkëjetesat me prejardhje të ndryshme fetare përbëjnë 21.5% të totalit.

Kjo është një vlerë e rëndësishme për Shqipërinë pasi bashkëjetesa ndërfetare nuk duhet parë si dobësim i besimit, por si mundësi për respekt dhe paqe. Sidomos për të krishterin orthodhoks, respekti ndaj tjetrit nuk do të thotë humbje e identitetit, por shprehje e dashurisë dhe e përgjegjësisë.

Nga ana tjetër, studimi tregon se një pjesë e njerëzve që nuk besojnë në një fe të caktuar shkojnë në vende kulti me shpresën se kjo mund t’i ndihmojë në probleme jetësore ose shëndetësore. Kjo tregon se nevoja shpirtërore e njeriut mbetet e pranishme, edhe kur nuk shprehet në formë të qartë fetare.

Pikërisht këtu Kisha ka një mision të madh. Ajo nuk thirret  të takojë njeriun që kërkon kuptim, shërim dhe paqe. Ajo duhet të ndihmojë që besimi të mos mbetet traditë e largët, kujtim familjar ose kërkim i paqartë, por të bëhet marrëdhënie e gjallë me Krishtin.

Të dhënat për besimin në Shqipëri tregojnë një realitet kompleks. Feja nuk u zhduk, por praktikimi shpirtëror mbetet i dobët. Toleranca ndërfetare është e fortë, por lidhja e njeriut me komunitetin fetar kërkon thellim. Përkatësia familjare vazhdon të ketë peshë, por nuk mjafton pa përvojë personale.

Për Kishën Orthodhokse, kjo është një thirrje për punë më të kujdesshme në famulli, katekizëm, shkolla, familje dhe media. Besimi duhet të përcillet jo vetëm si trashëgimi kulturore, por si jetë, lutje, pjesëmarrje dhe dëshmi.

Pas një shekulli plagësh, ndalimesh dhe ringritjeje, Shqipëria ka ende nevojë të kuptojë më thellë vendin e besimit në jetën e saj. Shifrat tregojnë se toka shpirtërore nuk është e shkretë. Por ajo ka nevojë për kujdes, kultivim dhe kryesisht për dritën e Ungjillit.

 UGO

Δεν υπάρχουν σχόλια: